Τρία Πορτραίτα – ΙΙ. Η μητέρα Σεμίραμις

«Κοίταξε να δεις, είτε από καρκίνο θα πεθάνω, είτε από καρδιά. Μπορεί να έχω καρκίνο και τώρα που μιλάμε και σε μιά-δυό βδομάδες να τα έχω τινάξει! Τί εννοείς να πάω στο ΙΚΑ; Αφού πριν δε σου έλεγα ότι έληξε το βιβλιάριό μου! Καλά, μεταξύ μας, και να πήγαινα τί θα μου κάνανε νομίζεις; Το πολύ-πολύ να μου το επιβεβαίωναν! Έλα, δε χρειάζεται να κρυβόμαστε πίσω απ’το δάχτυλό μας, έτσι; Αφού και παραπανίσια κιλά έχω και καπνίζω σα φουγάρο! Αλλά, ξέρεις, ότι εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα μ’αυτό, δεν θα ζήσουμε κι εκατό χρόνια. Όλοι κάποτε πεθαίνουμε. Γι αυτό, σού λέω, κι εγώ θα πεθάνω, ρε παιδί μου! Πώς το λένε; Μα, γιατί κάνεις έτσι τώρα; Δεν είμαι και καμία παιδούλα πιά. Λες και δεν καταλαβαίνεις τί σού λέω! Όλοι γύρω μας πεθαίνουν. Ο ένας από δυστύχημα, ο άλλος στον ύπνο του. Είτε με τον καλό τρόπο, είτε με τον άσχημο, όλοι καταλήγουμε. Έτσι κι εγώ! Δεν θυμάσαι τον θείο τον Σπύρο; Βέβαια, εγώ είμαι σίγουρη ότι θα πάω από καρκίνο! Να! Αφού όταν μιλάω δυνατά με πιάνουν πόνοι, σφίγγονται τα πνευμόνια μου, μου κόβεται η ανάσα! Ή, ποιός ξέρει; Μπορεί κι από καρδιά. Σαν τον μπαμπά, ρε συ! Πρώτα bypass κι ύστερα καρκίνο. Κληρονομικά δεν είναι αυτά έτσι κι αλλιώς; Α, κι όταν πεθάνω, να μην μού κάνετε ακριβές τελετές και ανοησίες όπως στη μαμά, εντάξει; Εγώ, το ξέρεις, εμένα δεν μού αρέσουν αυτά. Σταμάτα να κλαίς τώρα, λέμε! Μα, τόσο πολύ στην κοσμάρα σου ζεις; Να σού θυμίσω την κόρη σου; Στα δεκαοχτώ της πέθανε. Τί σού είναι δύσκολο να καταλάβεις απ’όσα σου λέω επομένως; Και με τί λεφτά να πάω για εξετάσεις, μωρή χαζή; Για ‘σένα όλα εύκολα είναι τελικά! Κάθεσαι εκεί με τον φραγκάτο τον μαλάκα σου, που δε σε γαμάει κιόλας, και λες βλακείες! Πωπω! Μού ανεβάζεις το αίμα στο κεφάλι! Λοιπόν, σαν πολύ δεν έκατσες σήμερα; Άντε, και θα σε περιμένει κι ο αντρούλης σου. Τί; Καλά, καλά. Κοίτα να δεις! Πάλι κλαίει! Αμάν πιά, ρε συ Σπυριδούλα! Α, το θυμήθηκες. Ωραία. Τέλος πάντων, μόνο ένα πενηντάρικο τί να κάνει όμως, βρε παιδί μου; Έχω και το γατί, βλέπεις. Πότε θα ξανάχεις τίποτα; Καλά, τηλεφώνησέ μου όταν είναι. Σταμάτα να κλαίς τώρα, όμως.
Η Σεμίραμις πέθανε σχετικά πρόσφατα.
Η αδερφή της φρόντισε να την θάψει κοντά στο υπόλοιπο Στριφτέικο και η ταφόπλακά της να γράφει μόνον την ημερομηνία θανάτου της και, ακριβώς από κάτω, με κεφαλαία γράμματα, τη λέξη «ΨΕΎΤΡΑ».
Η Σεμίραμις – η γριά πεοφθόνα – ήθελε πάντα να έχει μία ξαφνική και τραγική κατάληξη. Όπως, βέβαια, και την είχε στο τέλος. Μιλούσε για το θάνατό της με μία προσποιητή ψυχραιμία, διόλου πειστική. Κάθε φορά που της δινόταν η ευκαιρία να παίξει τον ρόλο του δευτερότοκου της οικογένειας, του κακομαθημένου, δεν την άφηνε να πάει χαμένη. Εκείνους που ήθελε να πείσει, τους έπειθε πράγματι. Το έκανε κυρίως για να τους σοκάρει. Να στενοχωρεί τα πρόσωπα που την αγαπούσαν και άντεχαν να την συναναστρέφονται μέχρι το τέλος. ‘Ηθελε να τους πικραίνει. Να τραβάει την προσοχή τους. Να βλέπει τις υστερικές αντιδράσεις τους κάθε φορά που θα αφηγούταν το θάνατό της ώστε να παίρνει μία επιβεβαίωση ότι ήταν ακόμα σημαντική, ζωντανή. Ήθελε να τους επιπλήττει και να τους τιμωρεί. Ήθελε την αγάπη τους αλλά και την καταστροφή τους – ασχέτως αν δεν το παραδεχόταν στα τελευταία της. Όταν ήταν νεαρή δεν είχε τέτοιους νεοχριστιανικούς ηθικούς φραγμούς.
Πίστευε ότι θα μπορούσε να είχε καταφέρει πολλά αν οι πάντες και τα πάντα δεν ήταν εναντίον της.
Για κάμποσα χρόνια πριν πεθάνει ζούσε μόνη της. Αποτραβηγμένη. Δεν έβγαινε έξω παρά μόνο για να πάρει τσιγάρα. Ακόμη και το φαγητό της γάτας της το παρήγγελνε τηλεφωνικώς. Ενίοτε, δεχόταν επισκέψεις από διάφορους φίλους ή την μεγαλύτερη αδελφή της που είχαν την έννοια της, αλλά δεν κάθονταν πολύ γιατί τους κούραζε αφόρητα με τις ανόητες νουθεσίες της, τις θυμοσοφίες της, και, βεβαίως, τον υποτιθέμενο καρκίνο της. Της έδιναν κάποια δανεικά και, έπειτα, έφευγαν. Αραιά, την επισκεπτόταν και η κόρη της, η Θεοδώρα. Ωστόσο, από την κόρη της σπανίως ζητούσε δανεικά. Αντάλλαζαν μόνο λίγες κουβέντες γενικές κι ύστερα η Σεμίραμις άρχιζε να της αφηγείται οικογενειακές ιστορίες που πάντα είχαν ως κατάληξη τα πάθη που είχε τραβήξει από τα παιδικά της χρόνια μέχρι και την ημέρα που θα πέθαινε. Πάντα ξαφνικά και τραγικά. Η Θεοδώρα, μερικές φορές, μπορεί να είχε να της πει κάτι σημαντικό, αλλά, ειδικά προς το τέλος, είχε μάθει ότι κάθε απόπειρα να μιλήσει ήταν μάταιη. Δεν θα μπορούσε να σταυρώσει κουβέντα διότι, ειδικά όταν τα πράγματα ήταν όντως κάπως σημαντικά, η μητέρα της ήξερε να μιλάει μόνο για τον εαυτό της.

«Ο παππούς σου, όπως και ο πατέρας σου, άλλωστε, δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Ε, μπορεί να έπιναν και να ήταν αλκοολικοί και ηλίθιοι, κυρίως ηλίθιοι, αλλά σε αγαπούσαν απίστευτα. Τώρα, μην κοιτάς που δεν το έλεγαν ποτέ ή δεν το έδειχναν. Ήταν, μωρέ, συναισθηματικά ανάπηροι, καταλαβαίνεις. Εδώ που τα λεμε, εμένα δε μου τα έκαναν και λίγα! Αλλά, δίνω τόπο βλέπεις. Εσύ να θυμάσαι ότι σε αγαπούσαν κι ότι σε φρόντιζαν όσο μπορούσαν. Τί εννοείς δε σε νοιάζει και δεν έχει καμία σημασία πλέον; Κοίταξε, τα παιδιά πάντα χρειάζονται πατέρα. Βέβαια, καταλαβαίνω ότι αυτά τα λες διότι πραγματικά δεν σου έλειψε η αγάπη. Εγώ υπήρξα πάντα εκεί, έτσι δεν είναι; Έτσι, έτσι. Ευτυχώς που δεν βγήκα σαν τη γιαγιά σου. Τρελή. Δεν μπορείς να φανταστείς τί πέρναγα παλιά. Αυτά που έχω δει, ούτε που μπορείς να τα φανταστείς. Για να δεις ότι τα λεφτά που μού κοπανάς όλη την ώρα δεν είναι και τόσο σημαντικά! Τί κατάλαβα κι εγώ τότε που είχαμε λεφτά; Ό,τι ήθελα το έπαιρνα, δε λέω. Αλλά, έτσι μας κρατούσε δέσμιες ο μαλάκας! Την άλλη την ηλίθια να την κερατώνει όσο δεν πάει κι εμένα να μην μού λέει ούτε έναν καλό λόγο. Ποτέ! Ο πατέρας σου δεν με κεράτωνε αλλά λίγο με ενδιέφερε, βέβαια. Εγώ τον είχα κερατώσει πολλές φορές. Ποιές; Ε, την Ελένη, τη Μυρτώ. Τίς άλλες δεν τις είχες δει ποτέ. Η Μυρτώ ήταν η πιό ωραία. Κοίταξε, δεν θα τον είχα πάρει ποτέ αν δεν ήθελα να δραπετεύσω. Εγώ δεν θα παντρευόμουν αλλά, βλέπεις, ήθελα ένα παιδί. Γι αυτό και δεν σε έριξα εσένα! Ένα παιδί και να φύγω μακρυά τους. Θα σπούδαζα, θα πήγαινα στο εξωτερικό, ταξίδια, ξέρεις. Τον πατέρα σου τον πήρα γιατί ήταν εμφανίσιμος, έχω γούστο η πουτάνα, και γιατί ήταν ψιλομαλάκας. Ελέγξιμος. Βέβαια, ήταν και πολύ άφραγκος και τεμπέλης αλλά δεν με ένοιαζε αυτό τόσο. Τότε, βλέπεις είχα λεφτά πολλά. Δεν καταλάβαινα. Εγώ πάντα δούλευα πολύ και δεν θα είχα ποτέ πρόβλημα. Όχι σαν την θεία σου την τεμπέλα που ήταν σαν τα κρύα τα νερά και πήρε τον ανέραστο μόνο και μόνο για τα λεφτά του. Τέλος πάντων. Ο πατέρας σου ήταν πολύ μαλάκας! Είχα αναγκαστεί να κάνω δώδεκα εκτρώσεις με τον ηλίθιο, παιδί μου! Δεν θυμάσαι, τότε που τον είχα διώξει και είχε γυρίσει στο νησί; Ναι, μωρέ, τότε που είχες μείνει με τη θεία σου. Αμάν, κι εσύ! Ναι, τότε, τελος πάντων. Τότε, ήταν η δωδέκατη φορά! Και μού έλεγε ψέμματα ότι είχε βρεί και δουλειά, ενώ έφευγε τα πρωινά, τριγυρνούσε σαν την άδικη κατάρα… δεν ξέρω! Πήγαινε απο’δώ κι απο’κεί μέχρι το απόγευμα και ύστερα επέστρεφε. Τί ηλίθιος! Δεν τον ένοιαζε τίποτα στην πραγματικότητα! Ούτε καν το παιδί του. Και τώρα πήγε κι έκανε κι άλλο παιδί με την Ρουμάνα. Τί ηλίθια κι αυτή, ρε! Έχεις κι αδελφή, τώρα που τριαντάρισες κι εσύ!
Γελούσε.
Αλλά θα δει κι αυτή η άμοιρη. Μόνο οι πρώτοι μήνες είναι οι καλοί. Μετά θα ξυπνήσει ένα ωραίο πρωινό και θα καταλάβει ξαφνικά ότι πρέπει να θρέψει ένα μωρό και έναν μαλάκα! Βέβαια, αν ο πατέρας σου δεν ήταν τόσο ηλίθιος, κάτι θα είχε μάθει δίπλα μου. Δεν μπορεί. Είμαι και καλή δασκάλα, εσύ πρέπει να το ξέρεις αυτό από πρώτο χέρι. Μα, ποιά άλλη γυναίκα θα άντεχε να είναι μητέρα, γυναίκα, κουβαλητής, και… πώς το λένε.. έλα μωρέ! Α! Όχι, δεν θυμάμαι! Κάτι έχω πάθει τώρα τελευταία και δεν θυμάμαι λέξεις! Πολύ ανησυχώ! Τί μαλάκας αυτός ο πατέρας σου πάντως; Άκού εκεί να σου στέλνει τέτοια μηνύματα μετά από τόσο καιρό που έχει εξαφανισμένος! Εντάξει, βέβαια, δε λέω, σε αγαπούσε, αλλά μάλλον τίποτα δανεικά μπορεί να θέλει ή να τον έβαλε η Ρουμάνα. Σίγουρα.
Είχε κάποτε παντρευτεί έναν άνδρα. Ένα παράσιτο. Γεράσιμο ήθελε να τον φωνάζουν
-αν θυμάμαι καλά-
αλλά εκείνη τον έλεγε Μάκη.
Με την βοήθεια της κόρης της, τον έδιωξε οριστικά μετά από αρκετές προσπάθειες.
Η Σεμίραμις – το μοναδικό παχουλό πρεζάκι στην πλατεία Ομονοίας – απεχθανόταν τους ετεροφυλοφιλικούς άνδρες. Επέλεγε μόνο γυναίκες και ουρανιστές για παρέα. Πάντα, ωστόσο, φρόντιζε να είναι κατώτερης νοημοσύνης και κατάρτισης από την ίδια.
Όταν αποφάσισε να παντρευτεί τον Μάκη, όλοι οι φίλοι της και η οικογένειά της έπεσαν απ’τα σύννεφα. Προσπάθησαν να την αποτρέψουν αλλά εκείνη αμετάκλητη. Πεισματάρα. Τον κουβαλούσε και τον επιδείκνυε παντού σαν να ήταν ένα πανάκριβο ζευαγάρι γυαλιών ηλίου που είχε βρει στην λαική σε τιμή ευκαρίας. Βέβαια, είχε βάλει όλη την τέχνη της για να τον κάνει να δείχνει εντυπωσιακός. Τού αγόραζε ρούχα, τού έδειχνε πώς πρέπει να φτιάχνει τα μαλλιά του για να φαίνεται πιό μικρός σε ηλικία, πώς θα στέκεται, και, επίσης, πώς θα μιλάει.
«Μόνο όταν πρέπει. Σύμφωνοι; Μη γίνουμε και ξεφτίλα! Σταμάτα να πειράζεις το πουκάμισο, επιτέλους! Μα, βεβαίως, και δε σου εφαρμόζει καλά αφού είναι απ’την τελευταία γυναικεία του Jasper Conran, βρε άσχετε μαλάκα!»
Σιγά-σιγά, κατάφερε να χτίσει μία άψογη εικόνα ενός ερμαφρόδιτου συζύγου. Με τον καιρό, είχε καταφέρει να κάνει τους πάντες να πιστέψουν ότι η Σεμίραμις ποτέ δεν έκανε λάθος επιλογές. Είχε πάρει τον τέλειο άντρα για σύζυγο! Η ίδια θα φρόντιζε να κάνει τα πάντα για να το αποδείξει. Άπαξ και το κατάφερνε, θα μπορούσε, έπειτα, ανενόχλητη, και με την πλήρη υποστήριξη όλων, να τον καταστρέψει και, ταυτόχρονα, να ξεφτιλίσει τους υπόλοιπους για την έλλειψη διορατικότητάς τους.
Έτσι επέλεγε να λειτουργεί πάντα. Με παραλογισμό, αφοσίωση, μανία, εξευγενισμένη κατινιά, μίσος και ανταγωνισμό. Προς τα τελευταία της, βέβαια, δεν το παραδεχόταν με τίποτα. Όταν ήταν έφηβη, όμως, δεν είχε τέτοιους νεοχριστιανικούς ηθικούς φραγμούς.

«Έχω ετοιμάσει την βαλίτσα του! Με το που έρθει, θα τού τη δώσεις και θα τού πεις να πάει στο διάλο! Ακούς; Δεν θα τον αφήσεις να πατήσει το πόδι του μέσα στο σπίτι. Ούτε καν στο χωλ!»
Είχε πει κάποτε στη μητέρα της, την Κλεοπάτρα, όταν ήταν περίπου δεκαέξι ετών.
«Τί εννοείς δεν είσαι σίγουρη; Πριν δεν τα λέγαμε αυτά, ρε μαμά; Δε στα εξήγησα; Θες δηλαδή να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση; Αυτός να έρχεται πιωμένος κι εσύ να αρχίσεις τις κατάρες για να μην πάθεις κανένα εγκεφαλικό; Τί να σού πω; Μάλλον τα θέλει κι εσένα ο κώλος σου! Δε λες να καταλάβεις με τίποτα! Τί; Δεν χρειαζόμαστε έναν άντρα να μας ταίζει, ξέρεις! Αυτά να τα λες στην Σπυριδούλα που τα χάφτει σαν πανηλίθια που είναι! Εμένα δε θα με δώσετε σε κανέναν μαλάκα όσο ζω! Το κατάλαβες; Λοιπόν, θα τού δώσεις την βαλίτσα κι όξω απ’το σπίτι. Σύμφωνοι; Αν δεν το κάνεις, δε θα σου ξαναμλήσω ποτέ! Λοιπόν, για να σταματήσεις να λες βλακείες, θα σού πω τί μού είχε κάνει. Εσύ με αναγκάζεις! Εγώ είχα ορκιστεί να μην το πω ποτέ και πουθενά! Θυμάσαι τότε που είχες φύγει για μία εβδομάδα να πας στο μνημόσυνο του αδερφού σου τού Σπύρου στο νησί; Σταμάτα να κλαίς σαν γυναικούλα επιτέλους! Θυμάσαι τότε, λοιπόν; Κάθε μεσημέρι που μας έφερνε η κυρά Ιουλία απ’το σχολείο, ο μπαμπάς κλείδωνε την Σπυριδούλα στην κάμαρα και εμένα με έπαιρνε στο σαλόνι και με έβαζε στα γόνατά του. Μου έλεγε ιστορίες κάθε φορά. Βρώμαγε ούζο! Μία ιστορία ήταν για τον φίλο του τον Φώτη, εκείνον που στα έριχνε. Μου είχε πει ότι τον αγαπούσε κι ότι θα καταλάβαινα τί ακριβώς εννοούσε όταν θα μεγάλωνα – λες και ήμουν ηλίθια. Ότι ο Φώτης δεν τον ήθελε για φίλο, αλλά ο μπαμπάς τού τηλεφωνούσε και τον παρακαλούσε όλη την ώρα, μέχρι που ο Φώτης τον εβρισε πολύ μία μέρα και τον ξεμπρόστιασε σε όλους τους συναδέλφους τους. Άρχισε ύστερα να κλαίει και να ουρλιάζει και με άρπαξε από το κεφάλι και με κοπάνησε στο πάτωμα και με κλωτσούσε. Γιατί νομίζεις ότι είχα τέτοιες μελανιές; Είχες πιστέψει ότι είχα πέσει από τις σκάλες; Τί ηλίθια! Τί με κοιτάς σα χάνος; Μετά είχε πάει στη Σπυριδούλα και την έσφιγγε και φώναζε ότι μόνο αυτήν αγαπούσε, ότι ήταν το γλυκό του κοριτσάκι κι ότι εγώ δεν ήμουν κόρη του κι άλλες τέτοιες μεθυσμένες μαλακίες! Αυτό τον άντρα έχεις εδώ μέσα! Λοιπόν, σταμάτα να κλαις, έτσι! Να! Τα κλειδιά στην πόρτα! Ακούς! Ήρθε! Γρήγορα! Την βαλίτσα πάρε, γαμώτο!
Η Σεμίραμις – η κνίτισσα του Χατζηκυριακείου – είχε πολλές εξίσου άσχημες ιστορίες για τον πατέρα της, ο οποίος ποτέ δεν διώχθηκε από το σπίτι τελικά.
Η Κλεοπάτρα και η Σπυριδούλα είτε την έβγαζαν ψεύτρα ή δεν θυμόνταν τίποτα από όλα όσα τους έλεγε.
Έτσι, η Σεμίραμις, από πολύ μικρή, άρχισε να χτίζει την βιβλιοθήκη της με βιβλία πολλά, όλων των λογιών. Ήταν καλή μαθήτρια. Πήγε σε ένα πρότυπο θηλέων. Πολιτικοποιήθηκε εγκαίρως, φρόντισε να ξεπαρθενιαστεί νωρίς-νωρίς και να πάρει όσα περισσότερα ναρκωτικά μπορούσε.
«Μόνον οι οξυδερκείς άνθρωποι έχουν πάρει ναρκωτικά συστηματικά! Μόνον οι οξυδερκείς. Να, κοίτα τον πανίβλακα τον πατέρα σου για παράδειγμα. Πόσες φορές τον κέρναγα από τα καλύτερα stuff κι αυτός τί έκανε; Πήγαινε και κατέβαζε βότκες. Μα, τί ηλίθιος, θεέ μου. Αγιοσοφιώτης! Τί περιμένεις; Τίποτα δεν έμαθε από όλα εκείνα τα χρόνια που ζούσε μαζί μου! Πρώτη φορά που πήρε σοβαρό πράμα ήταν στα εικοσιτρία του. Ενώ εγώ είχα μέχρι και καβάτζες από τα δεκατέσσερά μου! Αγιοσοφιώτες άνδρες, μωρό μου. Τί να πει κανείς. Ευτυχώς που εσύ βγήκες κοριτσάκι! Πάντα κοριτσάκι ήθελα.»

Η Σεμίραμις είχε γεννηθεί ίδια ημερομηνία με την αδελφή της και την μητέρα της. Κάπου μες τον Απρίλιο και οι τρεις τους.
Από το νοσοκομείο ακόμα, όταν την είχαν πάει φασκιωμένη στην Κλεοπάτρα, ήταν παχουλή.
Από μωρό ακόμα θυμάται ότι η μητέρα της τής έλεγε ότι δεν ήταν δικό της παιδί. Ότι το δικό της παιδί – αγόρι ήταν γιατί τής το είχε πει ο άγιος Σπυρίδωνας σε ένα όνειρό της – το είχαν πουλήσει οι γιατροί στυς τσιγγάνους και την είχαν γελάσει.
«Αγιοσοφιώτες άνδρες και τρελές κυράτσες Χατζηκυριακκιώτισσες, μωρό μου. Τί να πει κανείς; Ευτυχώς που εσύ βγήκες κοριτσάκι και πάντα μετακομίζαμε συχνά! Ευτυχώς! Πάντα κοριτσάκι ήθελα.»


























